σιτίον


σιτίον
ὁ σίτος / τὸ σιτίον 1. зерно, хлеб; 2. пища, пропитание, провиант; корм (-> παράσιτος ≃ нахлебник; паразит)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σιτίον" в других словарях:

  • σιτίον — σιτέομαι take food pres part act masc voc sg (doric) σιτέομαι take food pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) σιτέω take food pres part act masc voc sg (doric) σιτέω take food pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) σῑτίον , σιτίον grain… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίο — το / σιτίον, ΝΜΑ [σῑτος] συνήθως στον πληθ. τα σιτία τρόφιμα, προμήθειες (α. «σιτία γυλιού» τα τρόφιμα που έχει ο οπλίτης στον γυλιό του και τά χρησιμοποιεί σε περίπτωση μη εφοδιασμού β. «σιτία και ποτά», Πλάτ. γ. «εἴ τι σιτίον ἢ ποτὸν ἦν», Ξεν.) …   Dictionary of Greek

  • ядение — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  сущ. (греч. βρῶσις) употребление в пищу; (ἔδεσμα) съестное …   Словарь церковнославянского языка

  • σιτιομανία — η, Ν ιατρ. ψυχογενής βουλιμία, τοξικομανιακού χαρακτήρα, που εμφανίζεται επί νευρωτικής ή ψυχωτικής καταθλίψεως ως αντίδοτο τού άγχους. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. sitiomania < σιτίον, υποκορ. τού σῖτος + μανία] …   Dictionary of Greek

  • ՀԱՑ — (ի, ից.) NBH 2 0070 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 8c, 12c գ. ἅρτος panis. (լծ. հյ. Հայս. եւ արաբ. խուպզ ) Զանգուած ալեր եւ ջրոյ եփեալ, խմորուն կամ բաղարջ. ... եբր. լէխմ. *Քրտամբք երեսաց քոց կերիցես զհաց քո: Եհան հաց եւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • σιτί' — σῑτία , σιτίον grain neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτία — σῑτία , σιτίον grain neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίοις — σιτέομαι take food pres opt act 2nd sg (doric) σιτέω take food pres opt act 2nd sg (doric) σῑτίοις , σιτίον grain neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίοισι — σιτέομαι take food pres part act masc/neut dat pl (doric) σιτέω take food pres part act masc/neut dat pl (doric) σῑτίοισι , σιτίον grain neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίοισιν — σιτέομαι take food pres part act masc/neut dat pl (doric) σιτέω take food pres part act masc/neut dat pl (doric) σῑτίοισιν , σιτίον grain neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίου — σῑτίου , σιτίον grain neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)